Έρευνα Σεξουαλικότητας
Σχολή Τυφλών "Άγιος Βαρνάβας"
Λευκωσία, Κύπρος
 
 Πως Βιώνουν τα Άτομα με Οπτική Αναπηρία την Σεξουαλικότητα τους

 Εισαγωγή

Η σεξουαλικότητα αποτελεί το πιο πολύτιμο και το πιο προσωπικό κομμάτι της ζωής μας (J. Morris, 2002). Σύμφωνα δε με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ( WHO- Word Health Organization) η σεξουαλικότητα είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητάς του κάθε ανθρώπου: Της γυναίκας, του άντρα, του παιδιού.

Αποτελεί μια βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, που επηρεάζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις πράξεις και τις σχέσεις μας, επηρεάζει την ψυχική και τη σωματική μας υγεία. Η «υγεία» είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα, έτσι λοιπόν και η «σεξουαλική υγεία» είναι επίσης ένα ανθρώπινο δικαίωμα.

Ο τρόπος με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος βιώνει αυτό το κομμάτι του εαυτού του, επηρεάζει την αυτοεκτίμηση του, καθώς και όλους τους τομείς της ζωής του γενικότερα. Η «υγιής σεξουαλικότητα» είναι σημαντική για την ευτυχία και την ολοκλήρωση του κάθε ανθρώπου.

Η σεξουαλικότητα είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου, με ή χωρίς αναπηρία. Παρόλα αυτά, η κοινωνία με πολύ αργούς ρυθμούς άρχισε να αναγνωρίζει την ανάγκη σεξουαλικής εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρίες (Neff,1982). Απόψεις οι οποίες θέλουν τα άτομα με αναπηρία να είναι μη σεξουαλικά ή αδύνατα να χειριστούν τη σεξουαλικότητα τους οδήγησαν γονείς και εκπαιδευτικούς να είναι συγκρατημένοι στην πληροφόρηση των ατόμων αυτών (Baugh, 1984. Neff,1982).

Στις μέρες μας, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ιδιαίτερα εκπαιδευτικοί, αναγνωρίζουν το δικαίωμα όλων των ανθρώπων με ή χωρίς αναπηρίες, να έχουν πλήρη πληροφόρηση γύρω από το θέμα της σεξουαλικότητας.

Σύμφωνα με τον Kekelis L. (1992), oι ανάγκες των παιδιών με οπτική αναπηρία για μια ολοκληρωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι οι ίδιες με τα βλέποντα παιδιά, αλλά διαφορετικές από τις ανάγκες των παιδιών με άλλες αναπηρίες.

Δουλεύοντας με παιδιά με οπτική αναπηρία, παρατηρήσαμε ότι μεγάλος αριθμός αυτών των παιδιών παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις στην απόκτηση γνώσεων γύρω από τη σεξουαλικότητα: χαμηλή αυτοεκτίμηση, φτωχές κοινωνικές δεξιότητες, δυσκολίες στις προσωπικές σχέσεις, καθώς και άγνοια για τη σεξουαλική ανατομία και τις λειτουργίες της.

Συζητήσεις με γονείς παιδιών και με ενήλικες με οπτική αναπηρία, γύρω από το θέμα της σεξουαλικότητας, έφεραν στην επιφάνεια σοβαρούς προβληματισμούς για την αναγκαιότητα χειρισμού αυτού του τόσο σημαντικού θέματος.

Η «σεξουαλικότητα των ατόμων με οπτική αναπηρία» στην Κύπρο, αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό. Μέχρι σήμερα δεν έγιναν αξιόλογες μελέτες ή παρεμβάσεις. Κάποιες παρεμβάσεις που υλοποιήθηκαν , ήταν σπασμωδικές χωρίς σχεδιασμό και σταθερότητα.

Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες μας ώθησαν να παραμερίσουμε τους προσωπικούς μας φόβους και δισταγμούς και να αρχίσουμε να κάνουμε σκέψεις για την αναγκαιότητα διερεύνησης του όλου θέματος. Θεωρήσαμε συναφώς ωφέλιμο, για σκοπούς ορθότερης αντιμετώπισης του θέματος της σεξουαλικότητας των ατόμων με οπτική αναπηρία στη Κύπρο, να εξασφαλίσουμε τη γνώμη των ίδιων των αντικειμένων της έρευνας .

Έτσι λοιπόν προχωρήσαμε στη διεξαγωγή μιας έρευνας ανάμεσα σε έφήβους και νεαρά άτομα με εκ γενετής οπτική αναπηρία, εστιάζοντας τη προσοχή μας στα πιο κάτω ερωτήματα:

  • Πως τα άτομα με οπτική αναπηρία βιώνουν τη σεξουαλικότητά τους στη Κύπρο;
  • Υπάρχουν παράγοντες που επηρεάζουν τα άτομα αυτά και εάν ναι ποιοι είναι αυτοί;
  • Υπάρχει ανάγκη σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των ατόμων αυτών στην Κύπρο;
 Περιγραφή του θέματος μέσα από τη βιβλιογραφία

Η σεξουαλική ανάπτυξη των παιδιών με οπτική αναπηρία ακολουθεί το ίδιο μοτίβο ανάπτυξης με αυτό των παιδιών χωρίς οπτική αναπηρία , μπορεί όμως να επηρεασθεί από την απουσία της όρασης.

Η όραση παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη εννοιών. Έτσι τα παιδιά με οπτική αναπηρία πιθανό να χρειαστούν βοήθεια, στο να αναπτύξουν και να κατανοήσουν τη σεξουαλικότητά τους.

Τα παιδιά είναι σεξουαλικά όντα από την ώρα της γέννησης και η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση ξεκινά από αυτό το σημείο. Τα βρέφη παίρνουν μηνύματα για την ταυτότητά τους από τον τρόπο που τα κρατούν, τα αγγίζουν, τα ταίζουν, τα αλλάζουν, τους μιλούν.

Ο Hicks (1980) αναφέρει ότι οι πρώτες σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ παιδιού και φροντιστή, που συνήθως είναι η μητέρα καθορίζουν το μοτίβο των μελλοντικών σχέσεων του ατόμου. Όταν οι ανάγκες του βρέφους ικανοποιούνται με ένα αίσθημα αγάπης και σταθερότητας, τότε χτίζεται ένα αίσθημα εμπιστοσύνης.

Επίσης αναφέρει ότι, βρέφη που πιθανόν να λάβουν αρνητικά μηνύματα, γιατί οι γονείς βρίσκονται σε κατάσταση πένθους, αυτά τα μηνύματα επηρεάζουν τόσο την αυτοεικόνα τους, όσο και την ικανότητά τους να αναπτύσσουν προσωπικές σχέσεις.

ΟΙ Gilman και Gordon (1973) αναφέρουν ότι σε έρευνες που πραγματοποίησαν με εκ γενετής τυφλά άτομα, παρατήρησαν ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αποκλίσεις στην ταυτότητα του φύλου και στο ρόλο των φύλων. Ο Freedmon (1973) προσθέτει ότι αυτό ισχύει για την πλειονότητα των εκ γενετής τυφλών παιδιών, ενώ περίπου το 1/3 παρουσιάζουν ένα σύνδρομο λίγο παρόμοιο με αυτό του βρεφικού αυτισμού. Αιτιολογεί την παρουσία αυτού του συνδρόμου στη διαταραγμένη σχέση μητέρας- βρέφους.

Στην απουσία της όρασης, το βρέφος είναι λιγότερο ικανό να ανταποκριθεί στη μητρική επικοινωνία μέσω της βλεμματικής επαφής και του χαμόγελου, με συνέπεια η πρώτη σχέση του βρέφους να διαταραχθεί.

Ο Hicks (1980) αναφέρει ότι τα παιδιά με Ο.Α. που μεγαλώνουν σε ένα ζεστό, γεμάτο φροντίδα και αποδοχή από την οικογένεια περιβάλλον, μπορούν να αναπτύξουν τη δεξιότητα να δημιουργούν σχέσεις με τους άλλους.

Είναι σημαντικό και αναγκαίο για τους γονείς παιδιών με Ο.Α. να έχουν συμβουλευτική στήριξη, από τη στιγμή που η αναπηρία ανακαλύπτεται, αφενός για να βοηθηθούν ώστε να μπορούν να κατανοούν τα μηνύματα του παιδιού τους και αφετέρου να αντιληφθούν τη σημαντικότητα της δικής τους συναισθηματικής ανταπόκρισης στις αντιδράσεις του.

Καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά με Ο.Α. , συνεχίζουν να παίρνουν μηνύματα για το άτομό τους από το περιβάλλον τους. Οι συμπεριφορές στις οποίες ενθαρρύνονται, τα θετικά σχόλια και οι παροτρύνσεις που δέχονται στέλλουν μηνύματα στα παιδιά για την σεξουαλικότητα τους.

Όταν τα παιδιά δέχονται θετικά μηνύματα, αναπτύσσουν θετική αυτοεικόνα, νιώθουν καλά για το άτομό τους και την σεξουαλικότητά τους και παρουσιάζουν ψηλή αυτοεκτίμηση. Αντίθετα, όταν τα μηνύματα που δέχονται είναι αρνητικά, η αυτοεκτίμησή τους υποφέρει (Kekelis).

Όπως αναφέρει ο Warren ( ), η μη ύπαρξη οπτικών πληροφοριών πιθανόν να επηρεάσει την ανάπτυξη της αυτοεικόνας του παιδιού. Είναι δύσκολο για ένα άτομο να σχηματίσει μια ακριβή εικόνα του σώματός του, όταν δεν μπορεί να το δει στον καθρέφτη.

Πολλά παιδιά με Ο.Α. δεν μπορούν να καταλάβουν πώς είναι το σώμα τους, σε σχέση με αυτό των άλλων ατόμων, μπορεί δε να πιστεύουν ότι είναι λιγότερο ελκυστικά από τους βλέποντες φίλους τους.

Τα παιδιά με Ο.Α. χρειάζονται βοήθεια με λεκτικά και απτικά σχόλια, για να μπορέσουν να χτίσουν μια ρεαλιστική εικόνα για τον εαυτό τους και για το πως φαίνονται στους άλλους. Επίσης χρειάζονται βοήθεια για να αναπτύξουν μια ρεαλιστική εκτίμηση των ικανοτήτων τους. Όπως αναφέρει ο Scholl (1974), η υπερεκτίμηση των ικανοτήτων τους από τους γονείς και τους δασκάλους, καθώς και η υπερπροστασία τους παρέχουν, οδηγεί τα παιδιά με Ο.Α. να αναπτύξουν μια μη ρεαλιστική εικόνα για το άτομό τους, με πολλές δυσκολίες στην ανάπτυξη δεξιοτήτων αντίστοιχων με την ηλικία τους. Ως αποτέλεσμα, να βιώνουν, τους εαυτούς τους, ως λιγότερο ικανούς από τους συνομήλικούς τους.

Ένα από τα κυριότερα εμπόδια στην ανάπτυξη της σεξουαλικής κατανόησης, στα παιδιά με Ο.Α. ,είναι η περιορισμένη πρόσβαση στις πληροφορίες. Σύμφωνα με τον Baugh (1984), δεν είναι ασυνήθιστο η ψυχοκοινωνική – σεξουαλική ανάπτυξη των παιδιών αυτών να υστερεί σε σύγκριση με τους βλέποντες συνομήλικους τους. Αυτό δεν οφείλεται σε πνευματική καθυστέρηση, αλλά στην απώλεια όρασης, που παρεμποδίζει σοβαρά την ικανότητά τους να πάρουν πληροφορίες για τη σεξουαλικότητα.

Τα παιδιά με Ο.Α. δεν έχουν την ίδια με τους βλέποντες συνομήλικους τους πρόσβαση σε τηλεοπτικά προγράμματα, ταινίες, βιβλία και περιοδικά με συγκεκριμένα θέματα γύρω από το σεξ. Οι γονείς και οι δάσκαλοι πολλές φορές νιώθουν άβολα να διαβάζουν δυνατά, θέματα γύρω από το σεξ. Επίσης μπορεί να είναι διστακτικοί να χρησιμοποιούν την ορθή ορολογία, με αποτέλεσμα να περιορίζουν ακόμα περισσότερο τις πληροφορίες που μπορεί να έχουν τα παιδιά αυτά γύρω από το σεξ.

Ο Neff (1983) εξηγεί ότι πολλοί γονείς φοβούνται μήπως και πουν στα παιδιά τους «πολλά» και «νωρίς», γι΄αυτό περιμένουν μέχρι που να τους ρωτήσουν, ως ένδειξη ότι αυτά είναι έτοιμα. Χωρίς οπτικά ερεθίσματα, τα παιδιά μπορεί να μην έχουν την ενθάρρυνση να κάνουν ερωτήσεις σχετικές με τη σεξουαλικότητα, μέχρι που να είναι πια αργά για να πάρουν τέτοιες πληροφορίες.

Συνεχίζοντας τις μeλέτές του πάνω στο ίδιο θέμα, ο Neff (1987) αναφέρει ότι τα παιδιά που δεν τυγχάνουν πληροφόρησης γύρω από το θέμα του σεξ, μέχρι που να έχουν μεγαλώσει, τότε είναι πιο δύσκολο να αντιληφθούν τις έννοιες. Πιστεύει ότι η παραπληροφόρηση είναι δύσκολο να ξεπεραστεί, ακόμα και όταν δίνονται οι σωστές πληροφορίες και ότι τα νέα δεδομένα απλά τους προκαλούν σύγχυση στο παιδί.

Τα παιδιά με Ο.Α. , για να μάθουν το σώμα τους και αυτό των άλλων, χρειάζονται την απτική εξερεύνηση. Η απτική εξερεύνηση από ένα παιδί με Ο.Α. δεν είναι περισσότερο σεξουαλικά ερεθιστική από την οπτική παρατήρηση ενός παιδιού που βλέπει (Torbet,1975). Βέβαια, τονίζει η Schuster (1986), αυτή η εξερεύνηση πρέπει να γίνεται όταν τα παιδιά είναι μικρά και βρίσκονται στο στάδιο της συλλογής των πληροφοριών, προτού τα σεξουαλικά – κοινωνικά πρότυπα να περάσουν άλλα μηνύματα.

Η φιλία είναι σημαντική για μια φυσιολογική ανάπτυξη. Οι συναναστροφές με συνομήλικους επιτρέπουν στα παιδιά να αναπτύξουν και να βελτιώσουν δεξιότητες που είναι σημαντικές, για την κοινωνική ανάπτυξη και αποδοχή τους από τους συνομήλικούς τους (Kekelis, 1992). Όπως όμως αναφέρει ο Kent (1983), τα παιδιά με Ο.Α., έχουν την τάση να είναι κάτω από το μέσο όρο στο τομέα της αποδοχής ως σύντροφοι στο παιχνίδι. Οι βλέποντες νεαροί που έχουν την τάση να επιζητούν τη συντροφιά παιδιών με Ο.Α., βρίσκονται και οι ίδιοι κάτω από ο μέσο όρο (Kent,1983).

Τα παιδιά με Ο.Α. αντιμετωπίζουν αρκετές προκλήσεις στην αποτελεσματική κοινωνική συναναστροφή. Επιπρόσθετα, στη δυσκολία τους να μάθουν ορθή συμπεριφορά μέσω της παρατήρησης και της μίμησης, πρέπει να υπερπηδήσουν πολλές δυσκολίες στην επικοινωνία.

Τα αισθήματα εκφράζονται με λεκτικό και μη λεκτικό τρόπο. Οι εκφράσεις του προσώπου, η επαφή με τα μάτια, χειρονομίες, στάση και κινήσεις του σώματος, χρησιμοποιούνται παράλληλα με τις λέξεις και την ποιότητα της φωνής, για να δείξουμε στους άλλους, πως σκεφτόμαστε και πώς νιώθουμε. Συχνά προκύπτουν παρεξηγήσεις καθώς χωρίς οπτικά μηνύματα, είναι δύσκολο να μεταφράσουμε τα συναισθήματα και τα μηνύματα των άλλων.

Κάποιες φορές αυτά τα παιδιά έχουν την τάση να εμφανίζουν στερεότυπες κινήσεις όπως η κίνηση μπρος πίσω, το κούνημα του κεφαλιού και η πίεση των ματιών τους. Αρνητικές αντιδράσεις σε τέτοιες συμπεριφορές, μπορεί να οδηγήσουν στην κοροϊδία και την κοινωνική απομόνωση.

Σύμφωνα με τους Elonen and Zwavesteyn, 1975, τα παιδιά με Ο.Α. είναι πιο παθητικά και διστακτικά σε θέματα προστασίας και μπορεί συχνά να είναι πιο ευάλωτα σε τραυματισμούς. Επίσης συχνά οι βλέποντες αντιμετωπίζουν αυτά τα άτομα ως αδύναμα με αποτέλεσμα να αυξάνεται η πιθανότητα για έκθεση σε σεξουαλική παρενόχληση, σε κακοποίηση. Είναι λοιπόν σημαντικό, τα παιδιά αυτά να αντιληφθούν τι σημαίνει σεξουαλική κακοποίηση, ώστε να μπορούν να προστατευτούν.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο το οποίο επηρεάζει την αυτογνωσία και την αυτοπεποίθηση, είναι ο καθορισμός της ταυτότητας του φύλου. Ο Neff (1982) αναφέρει ότι ο καθορισμός της ταυτότητας του φύλου, αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο που βοηθά στο να έχουν τα άτομα αυτά μια υγιή σεξουαλικότητα και αντίληψη του εαυτού τους.

Η ταυτότητα φύλου συνήθως είναι αποτέλεσμα οπτικών τυχαίων παρατηρήσεων στα βλέποντα παιδιά, κυρίως μέσω της σύγκρισης των μελών της οικογένειας και των φίλων. Τα παιδιά συνήθως μέχρι την ηλικία των δυο και μισό μπορούν να εφαρμόσουν την ταυτότητα φύλου στον εαυτό τους (,,,,,,,,,). Οι αλλαγές ανάμεσα στα δύο φύλα αναπτύσσονται αργότερα και διαφέρουν από παιδί σε παιδί και από πολιτισμό σε πολιτισμό( Allgeier and Allgeir, 1991).

Ο καθορισμός ενός ορθού λεξιλογίου σεξουαλικότητας είναι σημαντικό αναπτυξιακό στοιχείο της παιδικής ηλικίας. Αποτυχία στο να δοθούν οι ονομασίες για τα σεξουαλικά μέρη του σώματος στέλλει το μήνυμα ότι αυτά τα μέρη δεν πρέπει να αναφέρονται ή κατά κάποιο τρόπο δεν είναι αποδεκτά.

Ο Neff (1982) συστήνει η σεξουαλική ανατομία να διδάσκεται φυσιολογικά και παράλληλα με όλα τα άλλα μέλη του σώματος, για να μεταδοθεί το μήνυμα της αποδοχής. Είναι το ίδιο εύκολο για ένα παιδί να μάθει τις ορθές ορολογίες όσο και να μάθει τις «χαριτωμένες» λέξεις που αποδίδουμε στα γεννητικά όργανα και τις λειτουργίες του σώματος. Σύμφωνα με τον J. Morris (1995) τα παιδιά που χρησιμοποιούν τέτοιες ορολογίες θα δυσκολευτούν να εμπλακούν σε μια συζήτηση με νόημα και ίσως να πέσουν θύματα κοροϊδίας από άλλους συνομήλικούς τους.

Η Scholl (1974) συστήνει όπως οι εξηγήσεις για τις ανατομικές διαφορές είναι ακριβείς. Επίσης αναφέρει ότι τα παιδιά με οπτική αναπηρία μπορούν να δώσουν λεκτική περιγραφή, χωρίς όμως ακριβή κατανόηση των εννοιών που περιγράφουν. Αυτή η ικανότητα, γνωστή ως παπαγαλία, ενθαρρύνεται κυρίως λόγω της εξάρτησης στη λεκτική περιγραφή των παιδιών αυτών. Τέλος, η School (1974) αναφέρει ότι ιδανική μέθοδος διδασκαλίας για τα παιδιά με Ο.Α ,πρέπει να περιλαμβάνει λεκτικές οδηγίες, σε συνδυασμό με τη χρήση ανατομικών κούκλων, αγαλμάτων σε ένα μουσείο, κούκλες σε βιτρίνα ενός καταστήματος, παιδικών παιχνιδιών που ονομάζουν τα μέρη του σώματος, ανάγλυφων περιγραμμάτων του σώματος κλπ.

Οι γονείς παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους ( Neff, 1982; Schuster, 1986). Συχνά γονείς παιδιών με οπτική αναπηρία, εκφράζουν κοινές ανησυχίες για τον τρόπο που πρέπει να χειριστούν θέματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Το θέμα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των ατόμων με οπτική αναπηρία είναι, θέμα που αφορά όλους τους εμπλεκόμενους, γονείς , εκπαιδευτικούς, ειδικούς μα προπαντός τα ίδια τα άτομα ( Kekelis, 1992).

 Μεθοδολογία

Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν η διεξαγωγή μιας έρευνας με στόχο την διερεύνηση του πιο κάτω θέματος:

Πως τα άτομα με οπτική αναπηρία βιώνουν τη σεξουαλικότητά τους και πιο συγκεκριμένα τη διερεύνηση πιθανών παραγόντων που επηρεάζουν αυτήν την διαδικασία και την καταγραφή εισηγήσεων γύρω από ο όλο θέμα.

  • Πληθυσμός: 58 άτομα με Ο.Α. εκ γενετής ( 9 άτομα εντελώς τυφλά και 49 με μειωμένη όραση) ηλικίας 13- 25 χρόνων από όλες τις επαρχίες της Κύπρου.
  • Δείγμα έρευνας: 24 άτομα με Ο.Α. εκ γενετής από όλες τις επαρχίες της Κύπρου.
  • Διεξήχθησαν ημιδομημένες συνεντεύξεις που περιλάμβαναν ερωτήσεις κλειστού και ανοιχτού τύπου. Για καλύτερο έλεγχο της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων υπήρχαν ερωτήσεις που έλεγαν το ίδιο πράγμα με διαφορετική διατύπωση.
  • Τρόπος ανάλυσης των αποτελεσμάτων: το 1ο μέρος (κλειστού τύπου ερωτήσεις ή ποσοτικό) έγινε με τη χρήση του προγράμματος στατιστικής επεξεργασίας SPSS, για καταγραφή συχνοτήτων, ποσοστών και μέσων όρων. Το 2ο μέρος (ανοιχτού τύπου ερωτήσεις ή ποιοτικό) έγινε με εξαγωγή κατηγοριών στηριγμένες στα δεδομένα και τη βιβλιογραφία.
  • Παρουσίαση Αποτελεσμάτων
Παρουσίαση δείγματος: συνεντεύξεις πήραμε από 24 άτομα, 13 αγόρια και 11 κορίτσια, 15 με μειωμένη όραση και 9 με πλήρη τύφλωση. 18 ερωτηθέντες διαμένουν σε αστική περιοχή και 6 σε αγροτική.

 Αποτελέσματα

Σημαντικότητα της σεξουαλικότητας στη ζωή των ατόμων με Ο.Α.

Η σεξουαλικότητα φαίνεται να είναι σημαντική στη ζωή των ατόμων με Ο.Α.

  1. Το 91,7% δηλαδή τα 22 από τα 24 άτομα του δείγματος απαντούν καταφατικά στην ερώτηση 2 (1ον ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου)«Είναι σημαντικό για σένα το θέμα της σεξουαλικότητάς;»
  2. Τα 17 από τα 24 άτομα του δείγματος τοποθετούν τις σχέσεις μέσα στους τρεις βασικούς στόχους της ζωής τους (2ον ερωτηματολόγιο ανοικτού τύπου- ερώτηση 19).
  3. Το 78,9% δηλαδή 19 από τα 24 άτομα του δείγματος απαντούν καταφατικά στην ερώτηση 19 (1ον ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου) «Θα ήθελες να έχεις μια σεξουαλική σχέση;»

 Αποτελέσματα και Συζήτηση

Η σεξουαλικότητα φαίνεται να είναι ένας τομέας πολύ σημαντικός στη ζωή των ατόμων με Ο.Α.. Σε ερώτηση εάν το θέμα της σεξουαλικότητας είναι σημαντικό στη ζωή τους 22 από τα 24 άτομα (91,7%) του δείγματος απάντησαν καταφατικά. Τα ίδια ψηλά ποσοστά είχαμε και στην ερώτηση η οποία αναφερόταν στην επιθυμία τους να έχουν μια σεξουαλική σχέση. Τα 19 από 24 άτομα (78,9%) απάντησαν καταφατικά. Τα πιο πάνω ενισχύονται από την τοποθέτηση της «σχέσης» μέσα στους τρεις βασικούς στόχους της ζωή τους (πέραν του 80%).Αυτά τα αποτελέσματα στηρίζονται από τη βιβλιογραφία η οποία καταρρίπτει τις απόψεις ότι τα άτομα με αναπηρία είναι μη σεξουαλικά(Baugh,1984 and Neff, 1982) .

Σε ερώτηση όπου ζητήθηκε να απαντήσουν εάν υπάρχει η γνώση γύρω από τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική σχέση,21 από 24 άτομα (87,5%) απάντησαν καταφατικά. Στη συνέχεια όμως όταν τους ζητήθηκε να περιγράψουν τη «σεξουαλική σχέση» φάνηκε ότι οι γνώσεις τους γύρω από αυτό το θέμα είναι περιορισμένες και αντιστοιχούν σε ηλικίες πολύ μικρότερες από τις δικές τους (μέσος όρος ηλικίας19,42). Επίσης όταν ρωτήθηκαν για πιθανές απορίες και περισσότερη ενημέρωση ένα μεγάλο ποσοστό απάντησαν καταφατικά (87%). Έρευνες οι οποίες έγιναν από τους welboune, Lifchitz, Selvin and Green (1983) ανάμεσα σε βλέποντες και άτομα με Ο.Α. έδειξαν ότι τα άτομα με Ο.Α. είχαν πολύ χαμηλότερα αποτελέσματα στις γνώσεις γύρω από το σεξ και κατέγραψαν την ανάγκη για περισσότερη ενημέρωση. Έλλειψη γνώσης παρατηρήθηκε και στις ερωτήσεις σχετικές με τον αυνανισμό και την νυχτερινή ονείρωξη. Μόνο 58,3% και 45,8% αντίστοιχα απάντησαν καταφατικά.

Ένα από τα κυριότερα εμπόδια στην ανάπτυξη της σεξουαλικότητας στα άτομα με Ο.Α. είναι η περιορισμένη πρόσβαση στη πληροφόρηση (Baugh, 1984). Οι γονείς η πρώτη πηγή πληροφόρησης για τα άτομα αυτά τις περισσότερες φορές φοβούνται και αποφεύγουν να συζητήσουν το όλο θέμα περιμένοντας από τα παιδιά τους να μεγαλώσουν και να είναι έτοιμα με ενδεχόμενο να είναι πολύ αργά για τέτοιες πληροφορίες (Neff,1983). Σύμφωνα με τα ευρήματά μας20 από τους 24 ερωτηθέντες έχουν πάρει τις πρώτες πληροφορίες για το σεξ τυχαία, από φίλους ή σχολικά βιβλία και μόνο 4 από τους γονείς. Επίσης φαίνεται η σεξουαλικότητα να είναι ένα θέμα που αποφεύγεται να συζητηθεί μέσα στην οικογένεια έστω και εάν υπάρχει καλή επικοινωνία μεταξύ παιδιών και γονιών. Το 87,5% του δείγματος δηλώνει να έχει καλή επικοινωνία με τους γονείς του αλλά παράλληλα το 79,2% δηλώνει ότι δεν συζητά με τους γονείς του θέματα που αφορούν το σεξ. Τα άτομα με Ο.Α. δεν έχουν την ίδια πρόσβαση σε τηλεοπτικά προγράμματα, ταινίες, βιβλία και περιοδικά με συγκεκριμένα θέματα γύρω από το σεξ. Όπως οι ίδιοι αναφέρουν ενώ γνωρίζουν από που μπορούν να πάρουν πληροφορίες για το σεξ δεν έχουν πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες (54,2%).

Η γνώση του σώματος είναι μια σημαντική διαδικασία στην ανάπτυξη της σεξουαλικότητας. Αυτή η γνώση επιτυγχάνεται με την ενθάρρυνση των γονιών προς τα μικρά παιδιά τους να εξερευνήσουν το σώμα τους, ή αυτά των γονιών τους ή των αδελφών τους σε φυσικό περιβάλλον. Όπως αναφέρουν οι Neff (1982) και Schuster (1986), οι γονείς τις περισσότερες φορές δεν νιώθουν άνετα να επιτρέψουν στα μικρά παιδιά τους αυτή την εξερεύνηση με αποτέλεσμα τα παιδιά με Ο.Α. να αποκτούν γνώσεις τυχαία με συνέπεια μιας μη ολοκληρωμένης σωματογνωσίας με συνέπειες στην μελλοντική τους αυτοεικόνα. Σε σχετική ερώτησή μας οι 15 από τους 24 ερωτηθέντες απάντησαν ότι απόκτησαν γνώσεις για το σώμα τους τυχαία, μόνοι τους ή από βιβλία της βιολογίας στο γυμνάσιο.

Ο Heubner (1986) εξηγεί ότι οι περισσότερες τεχνικές του φλερτ είναι οπτικές και ότι τα άτομα με Ο.Α. βασίζονται πάνω στη λεκτική επικοινωνία και τις πληροφορίες που τους δίνουν οι άλλοι και γι αυτόν ακριβώς το λόγο είναι σημαντικό τα άτομα αυτά να έχουν διδαχτεί δεξιότητες επικοινωνίας. Το μεγαλύτερο ποσοστό του δείγματός μας δηλαδή 19 από 24 αναφέρουν ότι στηρίζονται στη λεκτική επικοινωνία για να εκτιμήσουν εάν αρέσουν στο αντίθετο φύλο , μόνο 3 στις εκφράσεις του προσώπου και στο βλέμμα ενώ δύο δεν μπορούν να καταλάβουν κανένα μήνυμα.

Σε ερώτηση κατά πόσο προσκαλούν άτομα του αντίθετου φύλου στο σπίτι τους, οι απαντήσεις «ναι» και «όχι» μοιράστηκαν. Τα ίδια ποσοστά πήραμε και στην απάντηση πως νοιώθουν όταν βρεθούν κοντά με άτομα του αντίθετου φύλου όπου το 50% απάντησαν ότι νοιώθουν άνετα. Παρόλο που σε ερωτήσεις που είχαν να κάνουν με την αυτοπεποίθηση των ατόμων όπως για παράδειγμα αν πιστεύουν ότι είναι ευπαρουσίαστοι, ή εάν νοιώθουν καλά με τον εαυτό τους, τα ποσοστά των θετικών απαντήσεων ήταν αρκετά ψηλά (πέραν του70%), εντούτοις, σε ερωτήσεις που είχαν να κάνουν με το αντίθετο φύλο φαίνεται ότι όπως και προηγουμένως, τα ποσοστά μειώνονται. Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με βιβλιογραφία όπου αναφέρεται ότι η κοινωνία ορίζει προδιαγραφές για την ελκυστικότητα, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι με αναπηρίες συχνά να μπερδεύονται για το που και αν ταιριάζουν στην κατηγορία των σεξουαλικά ελκυστικών ατόμων(Mona,)). Σε κοινωνίες όπου δίνεται μεγάλη έμφαση στην ιδανική ολοκληρωμένη φυσική εμφάνιση τότε υπάρχει μεγάλη δυσκολία για τα άτομα με αναπηρία να νοιώσουν ελκυστικά με αποτέλεσμα η αυτοπεποίθηση τους να μειώνεται και οι ίδιοι να έχουν την άποψη ότι οι υπόλοιποι δεν τους θεωρούν ελκυστικούς.

Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα αποφεύγει να στέλνει μηνύματα σεξουαλικού περιεχομένου παρόλο που δηλώνουν ότι νοιώθουν άνετα όταν βρίσκονται σε παρέα όπου συζητιούνται θέματα με σεξουαλικό περιεχόμενο.

Ακόμα ένα σημείο που ενισχύει αυτή την παθητικότητα των ατόμων είναι το γεγονός ότι σε ερώτηση κατά πόσο θα ζητούσαν οι ίδιοι από κάποιον να κάνουν σεξ το 63% απάντησαν αρνητικά εντούτοις, σε αντίστοιχη ερώτηση πως θα αντιδρούσαν αν τους ζητούσε κάποιος άλλος να κάνουν σεξ το ποσοστό άρνησης μειώθηκε στο 38%.

Αν και 17 στους 24 ερωτηθέντες απάντησαν ότι δεν πιστεύουν πως το πρόβλημα όρασης τους είναι εμπόδιο στο να δημιουργήσουν προσωπικές σχέσεις, εντούτοις, σε ανοιχτού τύπου ερώτηση κατά πόσο το πρόβλημα όρασης τους εμποδίζει να δημιουργήσουν εύκολα σχέσεις με άλλους, 15 από τους 24 ερωτηθέντες απάντησαν ναι. Όταν ζητήθηκε από αυτούς να αναφέρουν τους λόγους που γίνεται αυτό η κυριότερη αιτία ήταν η πρόσβαση στο φυσικό περιβάλλον και η έλλειψη οπτικής επαφής τόσο με το χώρο όσο και με τα άτομα που βρίσκονται εκεί. Οι απαντήσεις αυτές έρχονται σε πλήρη συμφωνία με αναφορές στη βιβλιογραφία για τους παράγοντες που εμποδίζουν τα άτομα με οπτική αναπηρία να κάνουν την πρώτη γνωριμία και να δημιουργήσουν σχέσεις. Τέτοιοι παράγοντες είναι η ανεξάρτητη πρόσβαση στο φυσικό περιβάλλον καθώς και προβλήματα επικοινωνίας με τους άλλους και η ανταλλαγή πληροφοριών γύρω από τις σεξουαλικές ανάγκες και επιθυμίες δεδομένου του γεγονότος ότι η οπτική επαφή είναι το πρώτο βήμα για να επικοινωνήσεις με ένα πιθανό σεξουαλικό σύντροφο.

Σε ερώτηση εάν είναι εύκολο να έχουν μια σεξουαλική σχέση, ποσοστό 71% απάντησε όχι, αλλά όταν τους ζητήθηκε να αναφέρουν τι θα βοηθούσε ώστε να έχουν μια σεξουαλική σχέση στη ζωή τους, 13 από τους 24 ερωτηθέντες δεν γνώριζαν και δεν ήξερα να αναφέρουν συγκεκριμένους λόγους. Οι υπόλοιποι ανάφεραν ότι ανάμεσα σε άλλα θα τους βοηθούσε η συμμετοχή σε περισσότερες κοινωνικές εκδηλώσεις και επικοινωνία με άλλα άτομα.

Όταν ζητήθηκε από τους ερωτηθέντες να συγκρίνουν τον εαυτό τους με άλλους της ηλικίας τους, οι 18 απάντησαν ότι θεωρούν τον εαυτό τους διαφορετικό και ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση δίνοντας ως κυριότερη αιτία για άλλη μια φορά το πρόβλημα ανεξάρτητης διακίνησης με αποτέλεσμα να έχουν λιγότερες ευκαιρίες για κοινωνικές επαφές και την προκατάληψη που επικρατεί γύρω από το θέμα της αναπηρίας. Παρόμοιες ήταν και οι απαντήσεις τους στην ερώτηση κατά πόσο πιστεύουν ότι τα άτομα με οπτική αναπηρία έχουν την ίδια σεξουαλική ζωή όπως τους βλέποντες. Το θέμα της προκατάληψης φαίνεται να απασχολεί τα άτομα με οπτική αναπηρία αφού 15 ερωτηθέντες πιστεύουν ότι τα άτομα χωρίς πρόβλημα όρασης δεν θα ήθελαν να έχουν σχέσεις με άτομα με οπτική αναπηρία λόγω της ύπαρξης της αναπηρίας.

Παρόλο που οι ερωτηθέντες είχαν κάνει αναφορά στο θέμα της προκατάληψης, εντούτοις σε ερώτηση εάν οι ίδιοι θα έκαναν σεξ με άτομο με αναπηρία, από τις απαντήσεις τους, φάνηκε ότι και οι ίδιοι αντιμετωπίζουν με κάποια προκατάληψη άλλα άτομα με αναπηρίες. Συγκεκριμένα, 13 ερωτηθέντες ήταν κάθετα αρνητικοί, 8 απάντησαν πως θα δέχονταν μόνο με άτομα με οπτική αναπηρία και μόνο τρία ήταν θετικοί. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι αυτή η άποψη πιθανό να είναι χαρακτηριστικό της κυπριακής κοινωνίας, αφού στη διεθνή βιβλιογραφία γίνεται συχνά αναφορά στο γεγονός ότι άτομα με αναπηρίες τείνουν να δημιουργούν σχέσεις μεταξύ τους, χωρίς να χρειαστεί να γίνουν αποδεκτοί από τους άλλους και όπου σημασία έχει η εσωτερική ομορφιά και η ευγένια του πνεύματος. Νοιώθουν ότι ένα άλλο άτομο με αναπηρία είναι ικανό να δει και να εκτιμήσει τα εσωτερικά μοναδικά χαρίσματα ενός αλλού ατόμου με αναπηρία.

Προκατάληψη και ρατσισμό παρατηρήσαμε επίσης όταν τους ρωτήσαμε την άποψη τους σχετικά με την ομοφυλοφιλία και κατά πόσο θα είχαν στην παρέα τους κάποιο ομοφυλόφιλο. Δεκαεφτά από τους ερωτηθέντες βλέπουν την ομοφυλοφιλία ως κάτι πολύ κακό και ήταν αρνητικοί στο να έχουν φίλους ομοφυλόφιλους. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία (Peggy Orenstein, 1994)οι νεαρές γυναίκες με Ο.Α. φαίνεται να αντιμετωπίζουν τη διπλή διάκριση της οπτικής αναπηρίας και της γυναίκας .Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται και στο δικό μας δείγμα όταν 10 από τα 11 κορίτσια απάντησαν ότι τα αγόρια και τα κορίτσια δεν έχουν ισότιμη πρόσβαση στη σεξουαλική ζωή.

Τέλος στην ερώτηση για την αναγκαιότητα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης έχουμε 100% καταφατικές απαντήσεις εκ των οποίων οι 22 αναφέρονται σε ειδικούς οι οποίοι να διδάσκουν το θέμα και μόνο δύο αναφέρονται σε γονείς.

 Επίλογος

Κοιτάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας διαπιστώνουμε την άμεση ανάγκη που προκύπτει για σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των ατόμων με οπτική αναπηρία. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη λειτουργία παρεμβατικών προγραμμάτων βασισμένα στις ανάγκες των ατόμων και σχεδιασμένα για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της οπτικής αναπηρίας στη σεξουαλική ανάπτυξη στα εντελώς τυφλά άτομα ή αυτά με μειωμένη όραση.

Η πρόκληση για λειτουργία τέτοιων προγραμμάτων είναι μεγαλύτερη και περιπλοκότερη με την φοίτηση των παιδιών με οπτική αναπηρία στα συνηθισμένα σχολεία. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση αυτών των παιδιών δεν μπορεί να εφαρμοστεί μέσα στα σχολικά πλαίσια ούτε να αποτελεί μέρος του αναλυτικού προγράμματος. Τα εξειδικευμένα προγράμματα μπορούν να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν από τη Σχολή Τυφλών . Από ένα τέτοιο σχεδιασμό προγραμμάτων δεν θα μπορούσαμε να μην συμπεριλάβουμε τους γονείς, τους οποίους ο ρόλος είναι σημαντικός στην σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους.

Παράλληλα με τον σχεδιασμό παρεμβατικών προγραμμάτων, η ανάγκη χάραξης μια πολιτικής που να διασφαλίζει την πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με την σεξουαλικότητα είναι πλέον επιτακτική. Έντυπο με ενημερωτικό υλικό γύρω από αυτό το θέμα πρέπει να διατίθεται στα άτομα με οπτική αναπηρία σε όλες τις μορφές πρόσβασης (μεγέθυνση, γραφή Braille, ηχογραφημένη ή ηλεκτρονική).

Η έγκαιρη και ορθή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι δικαίωμα των ατόμων με Ο.Α. γιατί θα τους επιτρέψει την πλήρη ανάπτυξη και κατανόηση της σεξουαλικότητας τους ως ισότιμα μέλη της Κυπριακής κοινωνίας.

 Σημείωση

Τέλος θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους όσους βοήθησαν να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή αυτής της έρευνας, όσους απάντησαν τις ερωτήσεις καθώς και τη συνάδελφο Άντρη Φιλίππου η οποία βοήθησε στην ανάλυση των αποτελεσμάτων.

Δώρα Παπαγεωργίου
Μαρία Κυριάκου
Εισηγήτριες

Επιστροφή


Valid HTML 4.01! Valid CSS! Level AA conformance icon, W3C-WAI Web Content Accessibility Guidelines 1.0
© Τμήμα Πληροφορικής Σχολής Τυφλών